Το Σύνταγμα της 3ης Μαΐου έδειξε την αποφασιστικότητα των εθνικών ελίτ και την ικανότητά τους να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του κράτους – γραφεί καθ. Wojciech Roszkowski

Στα μέσα του 18ου αιώνα, η Πολωνολιθουανική Κοινοπολιτεία βρέθηκε σε μια παγίδα που είναι δύσκολο να κατανοηθεί σήμερα από ξένους. Το πολιτικό καθεστώς του κράτους, που αναφέρεται κοινώς ως «η χρυσή ελευθερία των ευγενών» βασίστηκε στην ελεύθερη εκλογή των βασιλέων και στην αρχή της ομοφωνίας στο Κοινοβούλιο (liberum veto). Το σύστημα προϋπέθετε, ότι οι τυπικά ίσοι μεταξύ τους, εκπρόσωποι των ευγενών θα επέλεγαν τον καλύτερο υποψήφιο για το θρόνο και θα κατέληγαν σε συμφωνία σε θέματα ύψιστης σημασίας. Ωστόσο, η πρακτική της διακυβέρνησης της Κοινοπολιτείας απομακρυνόταν όλο και περισσότερο από αυτό το ιδανικό, καθώς τα ηθικά πρότυπα των ευγενών, που ήταν υψηλά τον 17ο αιώνα, σταδιακά μειώθηκαν. Οι πλουσιότεροι εξ αυτών, οι λεγόμενοι μεγάλοι γαιοκτήμονες, αγόραζαν ψήφους και αναζητούσαν στο εξωτερικό τους υποψήφιους βασιλείς της Πολωνίας, όταν δεν κατόρθωναν να συμφωνήσουν στην εκλογή ενός από τους ίδιους. Η αρχή του liberum veto, δικαιολογημένη στην περίπτωση των μείζονος σημασίας ζητημάτων της πολιτείας, εφαρμοζόταν και στην νομοθετική διαδικασία. Παρότι υπήρχε δυνατότητα κύρωσης των νόμων με πλειοψηφία, απαιτούσε όμως την προηγούμενη συναίνεση των βουλευτών της Βουλής (Sejm). Έτσι δημιουργήθηκε ένας φαύλος κύκλος, που οδήγησε σε νομοθετική αδιέξοδο. Η «χρυσή ελευθερία των ευγενών» για την οποία περηφανεύονταν, έγινε ταυτόχρονα το τέλειο εργαλείο ξένης παρέμβασης από τις γειτονικές δυνάμεις της Αυστρίας, της Πρωσίας και της Ρωσίας, οι οποίες συμφωνούσαν μεταξύ τους για το ποιος θα κυβερνούσε την Πολωνία. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αυγούστου Β’ και του Αυγούστου Γ’, δύο Σαξόνων βασιλιάδων εκλεγμένων υπό την πίεση των τριών ξένων δυνάμεων, έγιναν προσπάθειες αντίστασης στη θέλησή τους, αλλά το μόνο αποτέλεσμα που έφεραν ήταν δύο εμφύλιοι πόλεμοι στους οποίους ο υποψήφιος στηριζόμενος από τη Σουηδία και τη Γαλλία, ο Στανίσλαβ Λεστσίνσκι, έπρεπε να παραδεχτεί την ήττα του στο πεδίο της μάχης και να φύγει από τη χώρα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις ήταν ακόμη σταθμευμένες στην Κοινοπολιτεία από τον Μεγάλο Βόρειο Πόλεμο (1700–1721) και η «σιωπηλή βουλή» του 1717 εξαναγκάστηκε από τη Ρωσία να μειώσει τον μόνιμο στρατό της Κοινοπολιτείας σε 24.000 στρατιώτες.

Η μόνη ευκαιρία να επιλυθεί το αδιέξοδο ήταν η σύγκληση της «συνοδικής βουλής», που μπορούσε να πραγματοποιηθεί πριν από την εκλογή του βασιλιά, όταν οι βουλευτές αποφάσιζαν για τους υποψηφίους, για τις προϋποθέσεις που έπρεπε να πληρούν και για τους κανόνες της πλειοψηφίας. Η αυτού του τύπου, βουλή μπορούσε να κυρώσει ένα σύνταγμα με πλειοψηφία, χωρίς τον κίνδυνο διακοπής της διαδικασίας από μία αρνητική ψήφο. Στο δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα, οι ευγενείς συνειδητοποιούσαν όλο και περισσότερο την ανάγκη αλλαγής του πολιτικού συστήματος, αλλά το μεν μεταρρυθμιστικό στρατόπεδο δεν σκεφτόταν την απελευθέρωση της χώρας από το ρωσικό προτεκτοράτο, ενώ το δε αντιρωσικό στρατόπεδο, καθοδηγούμενο από μια άλλη ομάδα γαιοκτημόνων, υποστηριζόταν στους συντηρητικούς, που επικροτούσαν τη «χρυσή ελευθερία». Το 1764, ο υποστηριζόμενος από την Ρωσία Στανίσλαβ Άουγκουστ Πονιατόφσκι, εξελέγη βασιλιάς. Η πρώτη προσπάθεια εκμετάλλευσης την αποδυναμωμένης θέσης της Ρωσίας μετά τον πόλεμό της με την Τουρκία το 1768, είχε ως αποτέλεσμα την αποτυχημένη «Συνομωσία του Μπαρ» που συγκροτήθηκε από το αντιρωσικό στρατόπεδο και το 1772 ακολούθησε ο πρώτος διαμελισμός της χώρας από τους τρεις γείτονες.

Η δεύτερη ευκαιρία δόθηκε μετά από έναν ακόμη ρωσοτουρκικό πόλεμο, που ξέσπασε το 1787. Ο βασιλιάς Στανίσλαβ Άουγουστ πήρε την άδεια της Μεγάλης Αικατερίνης να συγκαλέσει την Τετραετή Βουλή (1788-1992). Οι συνεδριάσεις απετέλεσαν την αρένα συγκρούσεων μεταξύ πολλών κομμάτων, από τους υποστηρικτές της πλήρους εξάρτησης από τη Ρωσία, μέσα από διάφορες δημοκρατικές παρατάξεις, που ενδιαφέρονταν για περισσότερο ή λιγότερο σοβαρές μεταρρυθμίσεις, μέχρι τους ριζοσπάστες, που ήθελαν την αλλαγή του καθεστώτος και την ανεξαρτησία από τις γειτονικές δυνάμεις. Με την αποδυνάμωση της Ρωσίας, οι μεταρρυθμιστές κατάφεραν να συγκαλέσουν τη Βουλή με τον κανονισμό της «συνοδικής βουλής», αλλά ήταν δύσκολο να επιτευχθεί συναίνεση για το νέο πολιτικό σύστημα έως τις συμπληρωματικές εκλογές του 1790, όταν ο αριθμός των βουλευτών διπλασιάστηκε. Χάρη σε μια πιθανή αντιρωσική συμμαχία μεταξύ της Πρωσίας και της Αγγλίας, τα σχέδια για αλλαγές του πολιτικού συστήματος υποστηρίχθηκαν από την Πρωσία. Οι μεταρρυθμιστές κατέφυγαν στη συνέχεια σε μια επίσπευση της συνεδριάσεως λόγω της διακοπής για το Πάσχα και στις 3 Μαΐου 1791, κατάφεραν να κυρώσουν το σύνταγμα, το οποίο το υπέγραψε και ο βασιλιάς.

Το Σύνταγμα της 3ης Μαΐου, το πρώτο στην Ευρώπη, εισήγαγε την διαδοχική συνταγματική μοναρχία, στερούσε τα εκλογικά δικαιώματα από τους ευγενείς οι οποίοι δεν κατείχαν κτήματα, εισήγαγε μερική ισότητα των δικαιωμάτων μεταξύ των αστών και των ευγενών, καταργούσε το liberum veto και τους περιορισμούς του μεγέθους των στρατευμάτων καθώς και προσέφερε την προστασία τους κράτους στους χωρικούς. Αυτές, οι σχετικά περιορισμένες μεταρρυθμίσεις έδειξαν την αποφασιστικότητα των εθνικών ελίτ και την ικανότητά τους να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του κράτους. Στην πραγματικότητα, ισοδυναμούσαν με μια επανάσταση καθώς απελευθέρωναν τη Κοινοπολιτεία από την παγίδα του πολιτικού της συστήματος. Το Σύνταγμα ήταν τόσο επικίνδυνο για τη Ρωσία και την πελατεία της, εντός της Κοινοπολιτείας, που ένωσαν τις δυνάμεις τους σε μια συνομωσία, η οποία ιδρύθηκε στην Αγία Πετρούπολη και διακηρύχθηκε στην Ταργκοβίτσα. Με την προσχώρηση του βασιλιά και την βοήθεια του ρωσικού στρατού, οι υποστηρικτές της συνομωσίας ανέτρεψαν το Σύνταγμα και προκάλεσαν τον δεύτερο διαμελισμό της χώρας. Οι πρωσικές εγγυήσεις αποδείχθηκαν ψευδείς και, το 1795, αφού η Ρωσία κατέστειλε την εξέγερση με επικεφαλής τον Ταντέους Κοστσιούσκο, οι τρεις γειτονικές δυνάμεις κατέστρεψαν ό, τι είχε απομείνει από την Κοινοπολιτεία.

Τελικά η Κοινοπολιτεία δεν κατάφερε να απεγκλωβιστεί από την παγίδα. Ο πολωνός ιστορικός Ignacy Chrzanowski συνέκρινε την πτώση της Κοινοπολιτείας με την κατάσταση ενός ασθενή ο οποίος ανάρρωσε μετά από μια αποτελεσματική θεραπεία, αλλά, πριν μπορέσει να σηκωθεί από το κρεβάτι του, δολοφονήθηκε από τους γείτονές του, οι οποίοι του έκλεψαν και την περιουσία του. Η Αυστρία, η Πρωσία και η Ρωσία διέπραξαν ένα άνευ προηγουμένου έγκλημα και τις επόμενες δεκαετίες φρόντιζαν να το καλύψουν, διαιωνίζοντας την φήμη ότι οι Πολωνοί δεν ήταν ικανοί να κυβερνήσουν την χώρα τους και έφεραν μόνοι τους την καταστροφή. Αυτή η ψευδής εκδοχή της ιστορίας κυκλοφορεί σε πολλούς διεθνείς κύκλους μέχρι σήμερα.

Το παρόν κείμενο δημοσιεύεται ταυτόχρονα στο μηναίο περιοδικό «Wszystko co Najważniejsze» σε συνεργασία με το Πολωνικό Ινστιτούτο Εθνικής Μνήμης και την εταιρεία KGHM.