Η Μαρία Κιουρί, αποτελεί μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της επιστήμης και του κόσμου. Γεννημένη στη Βαρσοβία της Πολωνίας το 1867, υπήρξε η πιο διάσημη γυναίκα επιστήμων της εποχής της, αποκτώντας παγκόσμια φήμη για το έργο της περί ανακάλυψής του χημικού στοιχείου Ραδίου (Ra). Είναι ο μοναδικός έως σήμερα άνθρωπος που τιμήθηκε με δύο βραβεία Νόμπελ σε διαφορετικές επιστήμες στη Φυσική το 1903 και στη Χημεία το 1911.

Η Μαρία Σκλοντόφσκα Κιουρί (Maria Skłodowska-Curie), γεννήθηκε στις 7 Νοεµβρίου του 1867, στη Βαρσοβία και ήταν το πέµπτο και τελευταίο παιδί της πιανίστριας και δασκάλας Μπρονισλάβα Μπογκούσκα (Bronisława Boguska) και του καθηγητή µαθηµατικών και φυσικής Βλάντισλαβ Σκλοντόφσκι (Władyslaw Skłodowski). Από μικρή ήδη είχε ξεχωρίσει για την εκπληκτική της µνήµη, μάλιστα σε ηλικία 16 ετών µε την ολοκλήρωση των σπουδών της στη δευτοροβάθµια εκπαίδευση, της απονεµήθηκε έπαινος για τις επιδόσεις της στο ρωσικό λύκειο. Καθώς ο πατέρας της έχασε την περιουσία του λόγω κακών επενδύσεων, η Μαρία αναγκάστηκε να δουλέψει ως δασκάλα, ενώ παράλληλα, παρακολουθούσε µαθήµατα στο παράνοµο ελεύθερο εθνικό πολωνικό πανεπιστήµιο, το λεγόµενο και “ιπτάµενο πανεπιστήµιο” (Uniwersytet Latający), το µόνο ανώτατο ίδρυµα στη χώρα που δεχόταν γυναίκες.

Το 1891 πήγε στο Παρίσι για να σπουδάσει στη Σορβόννη. Εκεί παρακολούθησε τις διαλέξεις του Πωλ Απέλ (Paul Appel), του Γκαµπριέλ Λιπµάν (Gabriel Lippmann) και του Έντµοντ Μπουτύ (Edmond Bouty) και γνώρισε ήδη καταξιωµένους φυσικούς όπως ο Ζαν Περέν (Jean Perrin), ο Σαρλ Μωραίν (Charles Maurain), και ο Αιµέ Κοτόν (Aimé Cotton). Συγκέντρωσε την υψηλότερη βαθµολογία στις εξετάσεις για το πτυχίο στις φυσικές επιστήµες 1893, ενώ στις εξετάσεις για το πτυχίο στα µαθηµατικά το 1894 ήρθε δεύτερη. Την άνοιξη της ίδιας χρονιάς γνώρισε τον Πιερ Κιουρί (Pierre Curie) µε τον οποίο παντρεύτηκε το 1895. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1897 απέκτησαν την κόρη τους Ειρήνη, ενώ η Μαρία απέκτησε και την άδεια διδασκαλίας στη Μέση Εκπαίδευση.

Προετοιμαζόμενη για το διδακτορικό της, ενδιαφέρθηκε για τις εργασίες του Γάλλου φυσικού Ανρί Μπεκερέλ, ο οποίος είχε παρατηρήσει ότι τα άλατα ενός σπάνιου μετάλλου, του ουρανίου, χωρίς προηγούμενη επίδραση του φωτός, εξέπεμπαν, αυτόματα, κάποιες άγνωστου είδους ακτίνες και το αίνιγμα ήταν η προέλευσή τους. Έτσι η Κιουρί μελετώντας δείγματα ορυκτών απέκλειε βαθμιαία εκείνα που δεν περιέχουν ουράνιο και θόριο. Μετά από πολλές μελέτες κατέληξε ότι τα ορυκτά κρύβουν σίγουρα ένα νέο υλικό που ακτινοβολεί, ένα νέο χημικό στοιχείο! Με τη βοήθεια του άντρα της αναζήτησαν την ιδιαίτερα ενεργή ουσία σε ένα ορυκτό του ουρανίου, τον πισσουρανίτη, διαχωρίζοντας με χημική ανάλυση τα συστατικά του στοιχεία και μετρώντας τη ραδιενέργεια του καθενός.

Τον Ιούλη του 1898 ήταν σε θέση να ανακοινώσουν την ανακάλυψη και των δύο, πρώτα εκείνου που ονομάστηκε πολώνιο προς τιμή της πατρίδας της Μαρίας και μετά του ραδίου, από το οποίο πήρε το όνομά της η ραδιενέργεια (ενέργεια που εκπέμπεται από το ράδιο). Προσπαθώντας να παρασκευάσουν σε καθαρή μορφή τα δύο στοιχεία, οι Κιουρί δούλεψαν τέσσερα ολόκληρα χρόνια σε μια παράγκα, καθώς το επίσημο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης δεν τους παραχωρούσε εργαστήριο, ούτε τους επιδοτούσε. Στα 1902, μετά από υπεράνθρωπες προσπάθειες σε συνθήκες απίστευτης στέρησης, φτώχειας και δουλειάς, η Μαρία Κιουρί πέτυχε να παρασκευάσει ένα δέκατο του γραμμαρίου καθαρό ράδιο και ένα εικοστό καθαρό πολώνιο. Επιπλέον προσδιόρισαν τα ατομικά τους βάρη. Έτσι, ύστερα από μερικές έρευνες των επιστημόνων, τα δύο νέα στοιχεία αναγνωρίστηκαν επισήμως από την επιστημονική κοινότητα.

Σημαντική ήταν επίσης η προσφορά της στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου εφοδίασε με δικά της έξοδα πολλά πολεμικά νοσοκομεία με συσκευές ακτίνων Χ, έτσι ώστε να εντοπίζονται τα θραύσματα και οι σφαίρες που ήταν καρφωμένες στα σώματα των στρατιωτών. Υπολογίζεται ότι η ίδια, με τα χρήματα που είχε συγκεντρώσει από τα δύο βραβεία Νομπέλ, έστησε περίπου 250 ακτινολογικούς θαλάμους στα πολεμικά μέτωπα.

Ο Πιέρ Κιουρί ανακηρύχθηκε καθηγητής στη Σορβόννη το 1904, όμως εργαστήριο δεν του παραχώρησαν ποτέ. Του είχαν προτείνει το 1900 έδρα στη Γενεύη, που αν γινόταν δεκτή θα έλυνε το βιοποριστικό τους πρόβλημα, όμως θα έπρεπε να εγκαταλείψουν τις έρευνες. Οι Κιουρί αρνήθηκαν. Η Μαρία διορίστηκε καθηγήτρια Φυσικής στη Σχολή Θηλέων των Σεβρών.

Στις 25 Ιουνίου 1903 στην Σορβόννη η Κιουρί παραλαμβάνει τον τίτλο του διδάκτορος των Φυσικών Επιστημών με τον βαθμό Άριστα.

Στις 10 Δεκέμβρη 1903, η Ακαδημία Επιστημών της Στοκχόλμης ανακοίνωσε ότι το βραβείο Νόμπελ Φυσικής απονέμεται κατά το ήμισυ στον Ανρί Μπεκερέλ και κατά το ήμισυ στο ζεύγος Κιουρί, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να παρευρεθούν στην τελετή.

Η Μαρία Κιουρί σε επιστημονική διάσκεψη στις Βρυξέλλες, το 1911. Επίσης διακρίνεται ο Αϊνστάιν

Το 1912 η Μαρία Κιουρί χειρουργήθηκε στα νεφρά. Από το 1933 η υγεία της είχε κλονιστεί σημαντικά λόγω της έκθεσής της στην ραδιενέργεια. Έτσι, στις 4 Ιουλίου του 1934 η Μαρία Κιουρί απεβίωσε (έπασχε από λευχαιμία), αφήνοντας πίσω της πραγματικά μεγάλο έργο. Ενταφιάστηκε δίπλα στον άντρα της στο κοιμητήριο του Σο. Το 1995 τα οστά της μεταφέρθηκαν στο Πάνθεον, το μαυσωλείο στο οποίο βρίσκονται θαμμένοι οι «μεγάλοι άνδρες» της Γαλλίας.

Πηγή: wikipedia.org, uni-flensburg.de, iefimerida.gr