Στις 17 Σεπτεμβρίου 1980, μετά από μια γενική συνέλευση των απεργιακών επιτροπών στο Gdańsk, η ιδιοφυΐα του αυτοσχεδιασμού των Πολωνών επέτρεψε τη δημιουργία ενός και μόνου συνδικάτου: της «Αλληλεγγύης (Solidarność)».

Το καλοκαίρι του 1980, τίποτε δεν προανήγγειλε, στη διεθνή κοινή γνώμη, τις τόσο βαθιές αλλαγές που θα λάμβαναν χώρα. Αδυνατώντας να περιορίσουν την επέκταση της ζώνης επιρροής του Κρεμλίνου στον κόσμο, οι Δυτικοί ηγέτες προσποιούνταν ότι δεν έβλεπαν τη Σοβιετική επίθεση η οποία εκτυλισσόταν απρόσκοπτα στο Αφγανιστάν. Η μόνη ελπίδα από την οποία επιτρεπόταν να κρατηθούν ήταν η ιδεολογία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και παρόλο που η ΕΣΣΔ είχε σιωπηρά εγκρίνει και αποδεχτεί την παρουσία της στο τρίτο σκέλος των συμφωνιών του Ελσίνκι του 1975, στην καθημερινή πρακτική την αγνοούσε εντελώς. Παρόλο που στο Σοβιετικό μπλοκ κυριαρχούσε το δόγμα Μπρέζνιεφ – χονδρικά, η αποφασιστικότητα του Κρεμλίνου να αντιδράσει με βία εκεί όπου ο έλεγχός του επάνω στις χώρες-δορυφόρους ήταν πιθανό να αμφισβητηθεί – η Πολωνία ετοιμαζόταν να ζήσει ένα κύμα απεργιών χωρίς προηγούμενο, των οποίων το άμεσο αίτιο ήταν μια δραστική μείωση της αγοραστικής δύναμης. Η έμμεση αιτία ήταν η οικονομική καταστροφή η οποία προκαλούνταν από την πλέον αμφισβητούμενη πολιτική του κυβερνώντος κόμματος καθώς και μια πρωτοφανής ιδεολογική χρεοκοπία του κομμουνιστικού συστήματος, το οποίο δεν μπορούσε να αντέξει στη σύγκριση με το ηθικό δίδαγμα που αποτελούσε η εκλογή του Καρόλου Βοϊτίλα (Karol Wojtyła) ως Πάπα τον Οκτώβριο του 1978 και το ταξίδι του στην Πολωνία τον Ιούνιο του 1979. Οι απεργοί μπορούσαν επίσης να υπολογίζουν στην υποστήριξη της δημοκρατικής αντιπολίτευσης η οποία ξεκινούσε να οργανώνεται και της οποίας η δύναμη αυξανόταν προοδευτικά.

Αντιμέτωπη με αυτό το τεράστιο κύμα διαδηλώσεων, η ομάδα του Εντβαρντ Γκιέρεκ (Edward Gierek), έχοντας παραλύσει από την ανικανότητά της, αποφάσισε να υπογράψει στο τέλος του Αυγούστου 1980 συμφωνίες με τους απεργούς στο Γκντανσκ (Gdańsk), το Στετίνο (Szczecin) και στην Άνω Σιλεσία στις οποίες οι κομμουνιστές επέτρεπαν τη δυνατότητα ίδρυσης συνδικάτων ανεξαρτήτων από το κυβερνών καθεστώς. Οι αρχές υπολόγιζαν πως οι απεργοί δεν θα καταφέρουν να συσπειρωθούν σε όλη την επικράτεια αλλά τελικά διαψεύσθηκαν. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1980, μετά από μια γενική συνέλευση των απεργιακών επιτροπών στο Gdańsk, η ιδιοφυΐα του αυτοσχεδιασμού των Πολωνών επέτρεψε τη δημιουργία ενός και μόνου συνδικάτου: της «Αλληλεγγύης (Solidarność)».

Η κρίση όχι απλά εξαφάνισε από το προσκήνιο την ομάδα Γκιέρεκ (Gierek), αλλά δημιούργησε αναταραχή στις τάξεις του κόμματος. Έτσι, ένα τμήμα της εκτελεστικής επιτροπής θεωρούσε ότι υπάρχει ανάγκη σημαντικής αναθεώρησης των μεθόδων διακυβέρνησης, ενώ το άλλο τμήμα (οι αποκαλούμενοι «στενόμυαλοι»), το οποίο ήταν ισχυρό λόγω της υποστήριξης από το Κρεμλίνο, έτεινε προς την αντιπαράθεση με τις νέες συνδικαλιστικές ελίτ. Στο κομμουνιστικό σύστημα, το οποίο βασιζόταν στην κατ’ επίφαση εξουσία των «εργατικών τάξεων», η ύπαρξη ανεξαρτήτων συνδικάτων είχε όλα τα στοιχεία μιας αιρετικής ιδεολογίας. Καθώς τον Δεκέμβριο του 1980, στα πλαίσια μιας συνάντησης κορυφής του Συμφώνου της Βαρσοβίας, η Μόσχα άφησε να εννοηθεί στον Κάνια (Kania), τον νέο γενικό γραμματέα του Πολωνικού κομμουνιστικού κόμματος, ότι μια στρατιωτική παρέμβαση ήταν πολύ πιθανή, ο Γιαρουζέλσκι (Jaruzelski), στρατηγός και υπουργός άμυνας, έδωσε διαταγή στο στρατό να ετοιμάσει ένα σχέδιο για την επιβολή στρατιωτικού νόμου στην Πολωνία. Υπολογίζοντας στην κούραση και την αποθάρρυνση των εργαζομένων, το καθεστώς δεν σταματούσε να προκαλεί και νέες απεργίες.

Μεταξύ του 1980 και του 1981, η οικονομική κατάσταση στην Πολωνία πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Το ΑΕΠ είχε καταγράψει δραματική πτώση και οι επενδύσεις δυσκολεύονταν να ανακάμψουν, μη επιτρέποντας καμία ευνοϊκή πρόβλεψη για το μέλλον της χώρας. Ασφαλώς η προπαγάνδα εξηγούσε την καταστροφή ως αποτέλεσμα των επιπτώσεων των απεργιών, αλλά αυτές δεν θα μπορούσαν παρά να είναι ελάχιστες, καθώς η κομμουνιστική οικονομία, η λεγόμενη «οικονομία των ελλείψεων», αντιμετώπιζε στην πράξη από τη φύση της διακοπές παραγωγής κατ’ επανάληψη.

Τον Φεβρουάριο του 1981, ελήφθη από το Κρεμλίνο, μια απόφαση οργάνωσης στην Πολωνία ασκήσεων των συμμαχικών δυνάμεων του Συμφώνου της Βαρσοβίας με την κωδική ονομασία «Σογιούζ (Sojuz) 81», οι οποίες μπορούσαν εύκολα να μετατραπούν σε στρατιωτική επιχείρηση σε ολόκληρη την Πολωνική επικράτεια. Tην ίδια περίοδο, ο Γιαρουζέλσκι (Jaruzelski) έγινε Πρωθυπουργός. Τρεις ημέρες μετά την έναρξη των ασκήσεων, τρεις ακτιβιστές της «Αλληλεγγύης (Solidarność)», οι οποίοι ήταν προσκεκλημένοι σε μια συνεδρίαση του περιφερειακού συμβουλίου του Μπίντγκοστς (Bydgoszcz), έπεσαν θύματα ξυλοδαρμού από την πολιτοφυλακή. Απαιτώντας την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης, η ηγεσία του συνδικάτου κάλεσε σε προειδοποιητική απεργία, ανακοινώνοντας επίσης μια γενική απεργία στην περίπτωση που οι αρχές δεν ανταποκρίνονταν στο αίτημά της. Εν τω μεταξύ, οι ασκήσεις «Σογιούζ (Sojuz) 81» παρατάθηκαν επ’ αόριστον. Στις 27 Μαρτίου έλαβε χώρα η τετράωρη προειδοποιητική απεργία – μια από τις πιο μαζικές κινητοποιήσεις στην ιστορία του συνδικάτου. Το μήνυμά της ήταν πολύ ηχηρό, καθόσον μάλιστα το Κρεμλίνο δεν σταματούσε ν’ αυξάνει την πίεση που ασκούσε στις Πολωνικές αρχές. Η κατάσταση γινόταν όλο και πιο ανησυχητική. Το βράδυ της 30ης Μαρτίου, η ηγεσία της «Αλληλεγγύης (Solidarność)» και οι αρχές υπέγραψαν στη Βαρσοβία συμφωνία με την οποία οι κομμουνιστές δεσμεύονταν να διαλευκάνουν την προκλητική ενέργεια του Μπίντγκοστς (Bydgoszcz) και η συνδικαλιστική οργάνωση – να αναθεωρήσει την απόφασή της να κηρύξει γενική απεργία. Στις 3 Απριλίου, οι Κάνια (Kania) και Γιαρουζέλσκι (Jaruzelski) διαπραγματεύτηκαν με τους εκπροσώπους του Κρεμλίνου τις συνθήκες παύσης των ασκήσεων.

Η ατμόσφαιρα ανησυχίας κλιμακώθηκε μετά την απόπειρα δολοφονίας κατά του Ιωάννη Παύλου Β’ στις 13 Μαΐου 1981 και το θάνατο του αρχιεπισκόπου της Πολωνίας Βισίνσκι (Wyszyński) στο τέλος του ίδιου μήνα. Την άνοιξη, η εκστρατεία για την προετοιμασία ενός εκτάκτου συνεδρίου του κόμματος ήταν σε πλήρη εξέλιξη. Καθώς, σε πρώτη φάση, η πλειοψηφία των μελλοντικών εκπροσώπων αποτελούνταν από υποψηφίους που βρίσκονταν κοντά στην «Αλληλεγγύη (Solidarność)», το Κρεμλίνο απηύθυνε επιστολή στην Πολωνική ηγεσία με την οποία τους καλούσε να μην υποκύψουν στον «αντεπαναστατικό» πειρασμό. Παράλληλα, η ομάδα των «στενόμυαλων» επιτέθηκε στην ηγεσία του κόμματος για την έλλειψη σθένους στη μάχη ενάντια στην «Αλληλεγγύη (Solidarność)». Έκτοτε, οι υποψήφιοι που βρίσκονταν κοντά στο συνδικάτο ξεκίνησαν σταδιακά να απομακρύνονται και το συνέδριο του Ιουλίου 1981 διεξήχθη σύμφωνα με τις προσδοκίες των Κάνια (Kania) και Γιαρουζέλσκι (Jaruzelski). Αυξήθηκε η σημασία του στρατού και της ασφάλειας στην ηγεσία.

Στο τέλος του Αυγούστου 1981, η «Αλληλεγγύη (Solidarność)» μετρούσε ήδη 9,5 εκατομμύρια υποστηρικτές, όντας η μεγαλύτερη οργάνωση στην ιστορία της Πολωνίας. Το πρώτο της συνέδριο ξεκίνησε στις 5 Σεπτεμβρίου. Ένα από τα βασικά έγγραφα του πρώτου μέρους του συνεδρίου υπήρξε το «Μήνυμα στους εργαζομένους της Ανατολικής Ευρώπης» το οποίο τους ενθάρρυνε να ακολουθήσουν το Πολωνικό παράδειγμα. Η προπαγάνδα του καθεστώτος αντέδρασε υστερικά στο εν λόγω κείμενο. Οι «στενόμυαλοι» επιθυμούσαν την αντιπαράθεση με κάθε κόστος. Ο Κάνια (Kania) ήταν επιφυλακτικός ως προς αυτό, αλλά στις 18 Οκτωβρίου παραιτήθηκε από τα καθήκοντά του υπέρ του Γιαρουζέλσκι (Jaruzelski). Πλέον, ο στρατηγός κρατούσε στα χέρια του τα ηνία του κόμματος, της διακυβέρνησης και του στρατού.

Στο τέλος του Οκτωβρίου 1981, οι απεργίες εντάθηκαν. Σε πολυάριθμες περιπτώσεις επρόκειτο για προπαγάνδα ενορχηστρωμένη από το καθεστώς. Όλο και περισσότερο εξαντλημένος από την κρίση, την αβεβαιότητα και τις συγκρούσεις, ο πληθυσμός θεωρούσε την κινητοποίηση των στρατιωτικών δυνάμεων στα εδάφη της χώρας περισσότερο ως μια προσπάθεια επιβολής της τάξης παρά ως δοκιμή σε πραγματικές συνθήκες των ικανοτήτων του στρατού να καταστείλει την εξέγερση. Ο επιβληθείς από τον Γιαρουζέλσκι (Jaruzelski) στρατιωτικός νόμος τον Δεκέμβριο 1981, στην πράξη δεν επέφερε παρά μια παράταση οκτώ χρόνων για την κατάρρευση του καθεστώτος.

Οι δεκαέξι μήνες της «Αλληλεγγύης (Solidarność)» απέδειξαν ότι οι Πολωνοί ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν τη δημιουργία ενός Κράτους κυρίαρχου και δημοκρατικού, παρά το δυσμενές γεωπολιτικό πλαίσιο: από τη μια πλευρά η Μόσχα, η οποία απειλούσε την Πολωνία με εισβολή και, από την άλλη πλευρά, οι Δυτικές χώρες οι οποίες, παρόλο που ενδιαφέρονταν για την «Αλληλεγγύη (Solidarność)», δεν ήταν πρόθυμες να υποστηρίξουν ενεργά την Πολωνική ανανέωση φοβούμενες μην αποσταθεροποιήσουν την παγκόσμια τάξη.

Εν τούτης η «Αλληλεγγύη (Solidarność)» προκάλεσε την κατάρρευση του κομμουνιστικού συστήματος και αλλαγές στον συσχετισμό των δυνάμεων παγκοσμίως.

Το κείμενο δημοσιεύεται ταυτόχρονα στο πολωνικό μηνιαίο περιοδικό «Wszystko co Najważniejsze».

Wojciech Roszkowski: Καθηγητής Ανθρωπιστικών Επιστημών, Ακαδημαϊκός, Καθηγητής στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών της Πολωνικής Ακαδημίας Επιστημών. Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Μουσείου Ιστορίας της Πολωνίας. Συγγραφέας εκδόσεων για την ιστορία της Πολωνίας τον 20ο αιώνα. Μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου 6η θητεία. Έχει λάβει παράσημο του Τάγματος του Λευκού Αετού.