Polonorama

Ιστορικές προκλήσεις και λανθασμένες κατευθύνσεις – Η Ευρώπη σε σταυροδρόμι

Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποκάλυψε την αλήθεια για τη Ρωσία. Αυτοί που αρνήθηκαν να δουν ότι το κράτος του Πούτιν έχει ιμπεριαλιστικές τάσεις σήμερα πρέπει να αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι στη Ρωσία, οι δαίμονες του 19ου και του 20ου αιώνα αναβίωσαν: εθνικισμός, αποικιοκρατία και συνεχώς πιο εμφανής ολοκληρωτισμός. Αλλά ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει επίσης αποκαλύψει την αλήθεια για την Ευρώπη. Πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες δελεάστηκαν από τον Βλαντιμίρ Πούτιν και σήμερα βιώνουν μια κατάσταση σοκ.

Η επιστροφή του ρωσικού ιμπεριαλισμού δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη. Η Ρωσία ανασυγκροτούσε τη θέση της αργά και σταθερά για σχεδόν δύο δεκαετίες ακριβώς κάτω από το βλέμμα της Δύσης. Εν τω μεταξύ, η Δύση πήγε σε έναν γεωπολιτικό λήθαργο αντί να διατηρήσει μια λογική επαγρύπνηση. Προτίμησε να μη δει αγνοήσει το αυξανόμενο πρόβλημα παρά να το αντιμετωπίσει εκ των προτέρων.

Η Ευρώπη σήμερα βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση όχι επειδή ήταν ανεπαρκώς ολοκληρωμένη, αλλά επειδή αρνήθηκε να ακούσει τη φωνή της αλήθειας. H φωνή ερχόταν από την Πολωνία εδώ και πολλά χρόνια. Η Πολωνία δεν κατέχει το μονοπώλιο της αλήθειας, απλά σε θέματα σχέσεων με τη Ρωσία εμείς είμαστε πολύ πιο έμπειροι από τους άλλους. Ο πρόεδρος της Πολωνίας, Lech Kaczynski είχε δίκιο, σαν την Κασσάνδρα που προέβλεψε την πτώση της Τροίας, λέγοντας πριν από πολλά χρόνια ότι η Ρωσία δεν θα σταματούσε στη Γεωργία και θα προχωρούσε παραπέρα. Επίσης δεν εισακούστηκε.

Το γεγονός ότι η πολωνική φωνή αγνοείται είναι απλώς ένα παράδειγμα του ευρύτερου προβλήματος που αντιμετωπίζει σήμερα η ΕΕ. Η ισότητα των επιμέρους χωρών έχει διακηρυκτικό χαρακτήρα. Η πολιτική πρακτική δείχνει ότι μετράνε κυρίως οι φωνές της Γερμανίας και της Γαλλίας. Συνεπώς, έχουμε να κάνουμε τυπικά με μια δημοκρατία και de facto με μια ολιγαρχία, όπου την εξουσία κατέχουν οι ισχυρότεροι. Επιπλέον, οι ισχυροί διαπράττουν λάθη και δεν είναι ικανοί να δεχτούν κριτική από έξω.

Η δικλείδα ασφαλείας που προστατεύει την ΕΕ από την τυραννία των πλειοψηφίας είναι η αρχή της ομοφωνίας. Η αναζήτηση συμβιβασμού μεταξύ 27 χωρών, τα συμφέροντα των οποίων συγκρούονται τόσο συχνά, μπορεί μερικές φορές να απογοητευτική και ο συμβιβασμός μπορεί να μην ικανοποιεί όλους 100 τοις εκατό. Ωστόσο, εγγυάται ότι κάθε φωνή θα ακουστεί και η λύση που θα υιοθετηθεί θα ανταποκρίνεται στις ελάχιστες προσδοκίες κάθε κράτους μέλους.

Αν κάποιος προτείνει οι δράσεις της ΕΕ να εξαρτώνται ακόμη περισσότερο σε σχέση με πριν από τις αποφάσεις της Γερμανίας- που θα οδηγούσε σε κατάργηση του κανόνα της ομοφωνίας – μια σύντομη αναδρομική ανάλυση της γερμανικών αποφάσεων θα διευκόλυνε. Εάν τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη ενεργούσε πάντα όπως υποδείκνυε η Γερμανία – θα ήμασταν σε καλύτερη ή χειρότερη κατάσταση σήμερα;

Αν όλη η Ευρώπη ακολουθούσε τη φωνή της Γερμανίας θα λειτουργούσαν εδώ και πολλούς μήνες όχι μόνο ο Nord Stream 1 αλλά και ο Nord Stream 2. Η εξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο, η οποία σήμερα χρησιμεύει στον Πούτιν ως εργαλείο εκβιασμού εναντίον ολόκληρης της ηπείρου, θα ήταν σχεδόν μη αναστρέψιμη.

Εάν όλη η Ευρώπη είχε αποδεχθεί τον Ιούνιο του 2021 την πρόταση της γερμανικής προεδρίας για τη διεξαγωγή μιας συνόδου κορυφής ΕΕ – Ρωσίας – θα κατέληγε με την αναγνώριση του Πούτιν ως πλήρους εταίρου και την άρση αυτών των κυρώσεων που επιβλήθηκαν στη Ρωσία μετά το 2014. Εάν εκείνη η πρόταση – που απορρίφθηκε τότε από την Πολωνία, τη Λιθουανία, τη Λετονία και την Εσθονία – είχε υιοθετηθεί, ο Πούτιν θα είχε κερδίσει μια εγγύηση ότι η ΕΕ δεν θα αναλάμβανε καμία πραγματική δράση για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας.

Θα ήμασταν αντικείμενο και όχι υποκείμενο της διεθνούς πολιτικής σήμερα, αν η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντί για μια σκληρή πολιτική υπεράσπισης των συνόρων της – ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της κρατικής κυριαρχίας – είχε υιοθετήσει επιπλέον τους κανόνες για την κατανομή των προσφύγων που προτάθηκαν το 2015. Τότε, ο Πούτιν παρατήρησε ότι οι πρόσφυγες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως εργαλείο σε έναν υβριδικό πόλεμο κατά της ΕΕ – και το 2021, μαζί με τον Αλεξάντερ Λουκασένκο, επιτέθηκε κατά της Πολωνίας, της Λιθουανίας και της Λετονίας. Αν είχαμε ακούσει τους υποστηρικτές των ανοικτών συνόρων το 2015, η σημερινή αντοχή μας στις επόμενες μεγάλες κρίσεις θα ήταν ακόμη μικρότερη.

Τέλος: αν όλη η Ευρώπη έστελνε όπλα στην Ουκρανία στην ίδια κλίμακα και με τον ίδιο ρυθμό που το κάνει η Γερμανία – ο πόλεμος θα είχε τελειώσει εδώ και πολύ καιρό. Θα είχε τελειώσει με την ολοκληρωτική νίκη της Ρωσίας και η Ευρώπη θα βρισκόταν στην παραμονή ενός νέου πολέμου. Διότι η Ρωσία, ενθαρρυμένη από την αδυναμία των αντιπάλων της, θα προχωρούσε.

Σήμερα, οποιαδήποτε φωνή από τη Δύση για να περιοριστούν οι προμήθειες όπλων στην Ουκρανία, να αμβλυνθούν οι κυρώσεις, να φέρουν και τις «δύο πλευρές» (δηλαδή τον επιτιθέμενο και το θύμα) σε διάλογο – είναι σημάδι αδυναμίας για τον Πούτιν. Όμως η Ευρώπη είναι πολύ ισχυρότερη από τη Ρωσία.

Αν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για τις δημοκρατικές αξίες σήμερα, είναι καιρός για μια μεγάλη αποτίμηση σχετικά με τη συνείδηση της Ευρώπης. Για πάρα πολύ καιρό, η πιο σημαντική αξία για πολλές χώρες ήταν η χαμηλή τιμή του ρωσικού φυσικού αερίου. Και όμως γνωρίζουμε ότι μπορεί να ήταν τόσο χαμηλή επειδή δεν είχε προστεθεί ο «φόρος αίματος» που πληρώνει σήμερα η Ουκρανία.

Η ήττα του ιμπεριαλισμού στην Ευρώπη είναι επίσης μια πρόκληση για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι διεθνείς οργανισμοί θα είναι σε θέση μόνο να αντιταχθούν με επιτυχία στον ιμπεριαλισμό αν οι ίδιοι υπερασπιστούν τις θεμελιώδεις αξίες – την ελευθερία και την ισότητα όλων των κρατών μελών τους. Αυτό είναι ιδιαίτερα επίκαιρο σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η ΕΕ αντιμετωπίζει αυξανόμενες αδυναμίες όσον αφορά τον σεβασμό της ελευθερίας και της ισότητας όλων των κρατών μελών. Ακούμε όλο και περισσότερο ότι δεν είναι η ομοφωνία αλλά η πλειοψηφία που πρέπει να αποφασίζει για το μέλλον ολόκληρης της κοινότητας. Η απομάκρυνση από την αρχή της ομοφωνίας σε μεταγενέστερες σφαίρες δραστηριότητας της ΕΕ μας φέρνει πιο κοντά σε ένα μοντέλο στο οποίο οι ισχυρότεροι και μεγαλύτεροι κυριαρχούν επί των ασθενέστερων και μικρότερων.

Το έλλειμμα της ελευθερίας και το έλλειμμα της ισότητας είναι επίσης εμφανή στη ζώνη του ευρώ. Η υιοθέτηση ενός κοινού νομίσματος δεν εγγυάται βιώσιμη και αρμονική ανάπτυξη. Στην πραγματικότητα, το ευρώ εισάγει μηχανισμούς αμοιβαίας αντιπαλότητας, οι οποίοι είναι εμφανείς, για παράδειγμα, στο μόνιμο εξαγωγικό πλεόνασμα ορισμένων χωρών, οι οποίες αντισταθμίζουν την ανατίμηση του δικού τους νομίσματος διατηρώντας την οικονομική στασιμότητα σε άλλες χώρες. Σε ένα τέτοιο σύστημα, οι ίσες ευκαιρίες παραμένουν μόνο στα χαρτιά.

Τα ελλείμματα αυτά καθιστούν την Ευρωπαϊκή Ένωση ιδιαίτερα ευάλωτη και αδύναμη όταν αντιμετωπίζει τον ρωσικό ιμπεριαλισμό. Η Ρωσία θέλει να μετατρέψει την Ευρώπη σε κάτι οικείο και κοντινό σε αυτήν για αρκετούς αιώνες – μια συμφωνία δυνάμεων με από κοινού καθορισμένες σφαίρες επιρροής. Περιττό να πούμε τι σημαίνει μια τέτοια «διεθνής τάξη πραγμάτων» για την ευρωπαϊκή ειρήνη.
Συχνότερα ευκαιρίες για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων, των συμφερόντων ή των αναγκών των μεσαίων και μικρών κρατών χάνονται όταν έρχονται αντιμέτωπες με τα μεγαλύτερα κράτη. Πρόκειται για μια παραβίαση των ελευθεριών που επιβάλλεται, συχνά συντελούμενη στο όνομα του υποτιθέμενου συμφέροντος του συνόλου.

Το κοινό καλό ήταν μια αξία που βρισκόταν στην καρδιά των του ευρωπαϊκού σχεδίου. Ήταν η κινητήρια δύναμη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης από την αρχή της. Είναι ακριβώς αυτό που απειλείται από συγκεκριμένα συμφέροντα, συνήθως εμπνευσμένα από εθνικούς εγωισμούς. Το σύστημα μας βάζει σε έναν άνισο αγώνα μεταξύ των ισχυρών και αδυνάτων. Σε αυτό το παιχνίδι, υπάρχει χώρος τόσο για τις μεγαλύτερες χώρες που κατέχουν τεράστια οικονομική δύναμη, όσο και τις μικρές και μεσαίες, που στερούνται αυτό το πλεονέκτημα. Οι ισχυρότερες επιτυγχάνουν πολιτική και οικονομική κυριαρχία, ενώ οι τελευταίες καταδικάζονται σε πολιτική και οικονομική εξάρτηση. Για όλες αυτές, το κοινό καλό είναι μια όλο και πιο αφηρημένη κατηγορία. Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη γίνεται κενό γράμμα, που περιορίζεται στην επιβολή της αποδοχής μιας υπαγόρευσης του ισχυρότερου.

Ας το πούμε απλά: η τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μας προστατεύει αρκετά από τον εξωτερικό ιμπεριαλισμό. Στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: Ο θεσμός και οι δράσεις της ΕΕ, ενώ δεν είναι απαλλαγμένες από τον πειρασμό να κυριαρχούν επί των ασθενέστερων, παραμένουν εκτεθειμένες στη διείσδυση του ρωσικού ιμπεριαλισμού.

Ως εκ τούτου, απευθύνω έκκληση σε όλους τους ευρωπαίους ηγέτες για το σθένος να σκεφτούν με γνώμονα την εποχή που ζούμε. Και είμαστε σε σημείο καμπής. Η ιμπεριαλιστική Ρωσία μπορεί να ηττηθεί – χάρη στην Ουκρανία και την υποστήριξή μας προς αυτήν. Η νίκη σε αυτόν τον πόλεμο δεν είναι παρά θέμα της συνέπειας και της αποφασιστικότητάς μας.

Χάρη στις προμήθειες εξοπλισμού σε κλίμακα που – αν κρίνουμε από τη δυνατότητα της Δύσης – είναι ακόμη σχετικά μικρή, η Ουκρανία άρχισε να αντιστρέφει την κατεύθυνση αυτού του πολέμου. Η Ρωσία συνεχίζει να επιτίθεται, να σπείρει τον θάνατο και την καταστροφή, διαπράττοντας ειδεχθή εγκλήματα πολέμου – αλλά για σχεδόν μισό χρόνο το ηθικό των Ουκρανών δεν έχει καταρρεύσει. Το ηθικό του ρωσικού στρατού, αντίθετα – όπως δείχνουν τα στοιχεία των μυστικών υπηρεσιών – γίνεται όλο και πιο αδύναμο. Ο στρατός υποφέρει από βαριές απώλειες. Οι προμήθειες όπλων και άλλου εξοπλισμού δεν είναι ανεξάντλητες, και η παραγωγή τους από την πληττόμενη με κυρώσεις βιομηχανία θα είναι όλο και πιο δύσκολη.

Ως εκ τούτου, πρέπει να στηρίξουμε την Ουκρανία στον αγώνα της να ανακτήσει τα εδάφη που της έχουν αφαιρεθεί και να αναγκάσει τη Ρωσία να υποχωρήσει. Μόνο τότε, ο πραγματικός διάλογος και ο ουσιαστικός τερματισμός αυτού του πολέμου -και όχι απλώς μια προσωρινή διακοπή που θα προηγείται της επόμενης επίθεσης – θα είναι δυνατός. Μόνο ένα τέτοιο τέλος θα σημάνει τη νίκη μας.
Πρέπει επίσης να νικήσουμε την απειλή του ιμπεριαλισμού εντός της ΕΕ. Εμείς χρειαζόμαστε μια βαθιά μεταρρύθμιση που θα επαναφέρει το κοινό καλό και την ισότητα στην κορυφή των αρχών της Ένωσης. Δεν θα πραγματοποιηθεί χωρίς την αλλαγή της οπτικής – είναι τα κράτη-μέλη, και όχι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ που πρέπει να αποφασίζουν για τις κατευθύνσεις και τις προτεραιότητες των δράσεων της ΕΕ, αφού τα θεσμικά όργανα δημιουργήθηκαν για τα κράτη και όχι το αντίθετο. Η βάση για τη συνεργασία πρέπει να είναι πάντα η ανάπτυξη συναίνεσης, αντί της κυριαρχίας του ισχυρότερου επί των υπολοίπων.

Οι σημερινές συνθήκες μάς αναγκάζουν να σκεφτόμαστε σε διαφορετικό πλαίσιο. Πρέπει να έχουμε το θάρρος να παραδεχτούμε ότι η ΕΕ δεν έχει ανταπεξέλθει επαρκώς στην κρίση του Covid και στον πόλεμο. Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι ότι βαδίζουμε την πορεία μας προς την ολοκλήρωση πολύ αργά και θα πρέπει να επιταχύνουμε γρήγορα αυτή τη διαδικασία. Το πρόβλημα είναι ότι αυτός ο δρόμος καθαυτός είναι λανθασμένος. Αντί να κάνουμε δύο βήματα προς τα εμπρός, μερικές φορές είναι καλό να κάνουμε ένα βήμα προς τα πίσω και να εξετάζουμε το ζήτημα από απόσταση. Η προοπτική της επιστροφής στις αρχές που διέπουν την Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται να είναι η πιο αξιόπιστη. Ο σκοπός δεν είναι να τις υπονομεύουμε, αλλά να τις ενισχύσουμε αντί να χτίζουμε κάθετα σε αυτές. Η Ευρώπη χρειάζεται την ελπίδα περισσότερο από ποτέ. Και η ελπίδα μπορεί να βρεθεί μόνο στην επιστροφή στις αρχές, όχι στην ενίσχυση της θεσμικής υπερδομής.

*Ο Ματέους Μοραβιέτσκι είναι πρωθυπουργός της Πολωνίας

Exit mobile version