Ζούμε σε ενδιαφέρουσες εποχές. Τους τελευταίους δώδεκα μήνες εκφράστηκαν ανησυχίες για την υγεία αλλά και φόβοι για το μέλλον. Πολλοί άνθρωποι στην Πολωνία διερωτήθηκαν όχι μόνο εάν θα μπορούσαν να αποφύγουν τον κορωνοϊό, αλλά και εάν θα εξακολουθούσαν να έχουν δουλειά για να παρέχουν τα αναγκαία στις οικογένειές τους και να διασφαλίσουν ότι τα παιδιά τους δεν θα παύσουν να ελπίζουν για μια καλύτερη ζωή. Η σημερινή κρίση είναι μοναδική, διότι δεν μπορεί να επιλυθεί με το να καταφύγουμε στα οικονομικά εγχειρίδια, είτε πρόκειται για την προσέγγιση του Φρίντριχ Χάγιεκ είτε του Φερντινάντ Λασάλ – καμία θεωρία σχετικά με την οικονομική κρίση δεν έχει λάβει ως υπόθεση μια συνθήκη, όπου η οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα εν μια νυκτί διακόπτεται σε ολόκληρο τον κόσμο. Το 1933 ο τότε πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Φραγκλίνος Ρούζβελτ, ανακοίνωσε τη Νέα

Συμφωνία (New Deal) ως απάντηση στη Μεγάλη Υφεση. Στόχος της ήταν η ανάκαμψη της οικονομίας, η ενίσχυση του εξωτερικού εμπορίου και η πραγματοποίηση τεράστιων δημόσιων επενδύσεων. Εμείς εμπνεόμαστε από αυτό το σχέδιο. Και οι στόχοι της πολωνικής συμφωνίας δεν αφορούν μόνο την ανοικοδόμηση της χώρας μετά την πανδημία, αλλά και την αναδιαμόρφωση του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος, ώστε να καταστεί δικαιότερο και ανθεκτικότερο στις κρίσεις και η Πολωνία να χαράξει νέα αναπτυξιακή πορεία. Η πανδημία του κορωνοϊού γονάτισε τη δημόσια υγεία ακόμα και στις πλουσιότερες χώρες. Εάν στην Πολωνία δεν είχε ακολουθηθεί μια αποφασιστική πολιτική περιορισμών και δεν υπήρχε δίκτυο αυτοσχέδιων νοσοκομείων, που χτίστηκαν με εκπληκτικά γρήγορο ρυθμό, η χώρα μας θα είχε επίσης βιώσει μια κατάρρευση. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς το μέγεθος του χάους που θα είχε προκληθεί εάν πριν από την κρίση δεν είχαμε ψηφιοποιήσει μεγάλο μέρος του συστήματος. Παρότι έχουμε δαπανήσει πάνω από 100 δισεκατομμύρια ζλότι για την περίθαλψη τα τελευταία πέντε χρόνια, η ποιότητά της δεν έχει φθάσει στα προσδοκώμενα από τους πολίτες επίπεδα. Είναι καιρός να εγκαταλείψουμε τη φιλοσοφία της αναδιάρθρωσης. Εάν θέλουμε ένα ποιοτικό άλμα προς τα εμπρός για να φθάσει η Πολωνία στα επίπεδα της Δύσης, οφείλουμε να εντείνουμε τις προσπάθειές μας για να διαθέσουμε το 7% του ΑΕΠ για την υγεία. Αυτό απαιτεί αλλαγή του μοντέλου χρηματοδότησής της, άρα και του φορολογικού συστήματος. Η Πολωνία μέχρι σήμερα είναι η μόνη χώρα της οποίας μέρος της ασφαλιστικής εισφοράς εξέπιπτε από τη φορολογία.

Αυτό σήμαινε πως όσοι κέρδιζαν πιο πολλά είχαν τη δυνατότητα σχετικά εύκολα να ευνοηθούν φορολογικά και, ως εκ τούτου, το φορολογικό σύστημα, αν και κατ’ όνομα προοδευτικό, κατέστη οπισθοδρομικό. Οι άνθρωποι με χαμηλότερο εισόδημα πληρώνουν αναλογικά υψηλότερους φόρους από όσους κερδίζουν περισσότερα.

Η πολωνική συμφωνία στηρίζεται στο πνεύμα της πραγματικής αλληλεγγύης και έχει οριζόντιο χαρακτήρα, υπό την έννοια του να διασφαλίσει κοινωνική δικαιοσύνη, να γεφυρώσει το εισοδηματικό χάσμα και να στηρίξει όσους κερδίζουν λιγότερα. Εξ ου και αυξήσαμε τα κατώτατα εισοδηματικά όρια για τη φορολόγηση στα 30.000 ζλότι, επίπεδα που προσεγγίζουν εκείνα των δυτικών χωρών.

Το όριο είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο στη Γαλλία και μπορεί να συγκριθεί με της Δανίας. Πάντως, η πολωνική συμφωνία αφορά επίσης και την κάθετη αλληλεγγύη, ήτοι τη διαγενεακή, υποστηρίζοντας τους ηλικιωμένους μέσω φορολογικών απαλλαγών. Από την άλλη πλευρά, θέλουμε να φροντίσουμε τις μελλοντικές γενιές και να θέσουμε τις βάσεις για ανάπτυξη, ώστε τα παιδιά μας να κερδίζουν περισσότερα και να εργάζονται σε καλύτερες συνθήκες, καθώς και να ζουν σε ένα περιβάλλον όπου θα αναπνέουν καθαρό αέρα, αντί να διαβάζουν γι’ αυτό ως πολυτέλεια για τους λίγους προνομιούχους.

Ματέους Μοραβιέκι – είναι πρωθυπουργός της Πολωνίας. Το άρθρο δημοσιεύεται ταυτόχρονα στην πολωνική καθημερινή εφημερίδα Wszystko Co Najważniejsze, στο πλαίσιο σχεδίου συνεργασίας με το Ινστιτούτο Εθνικής Μνήμης και την Κεντρική Τράπεζα.