8 νέοι άνθρωποι διαφορετικών καταβολών αλλά κοινών βιωμάτων μίλησαν χθες στο πλαίσιο του Society Uncensored του Ιδρύματος Ωνάση.

Η δεκαετία του 1990 ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη για την εύπορη τότε ελληνική κοινωνία. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η Ελλάδα μετατρεπόταν από χώρα εξαγωγής μεταναστευτικών πληθυσμών σε χώρα εισαγωγής και υποδοχής τους. Μετανάστες σε παραγωγική ηλικία κυρίως από τα Βαλκάνια αλλά δευτερευόντως και από την Αφρική αλλά και την Ασία έφταναν στην Ελλάδα ψάχνοντας ένα καλύτερο μέλλον. Εγκαταστάθηκαν στη χώρα, προσαρμόστηκαν στις συνθήκες της, έκαναν παιδιά που με τη σειρά τους γεννήθηκαν, σπούδασαν και έζησαν την παιδική τους ηλικία στην Ελλάδα. Έχουν ως μητρική γλώσσα τα ελληνικά ή είναι δίγλωσσα, είδαν το παρόν και το μέλλον τους εδώ. Τελικά, όμως πού ανήκουν αυτά τα παιδιά;

Ο γνωστότερος αυτή τη στιγμή Έλληνας στον πλανήτη λέγεται Γιάννης. Το επώνυμό του όμως δεν έχει τελικό «-ς», το δέρμα του δεν είναι λευκό και η σκούφια του δεν κρατάει από κάποιο μέρος της Ελλάδας. Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο είναι μόνο ένα από τα μέλη μιας μεγάλης πλέον πληθυσμιακής ομάδας ανθρώπων η πολιτισμική ταυτότητα των οποίων δεν έχει χωρέσει σε αυτό που η ελληνική κοινωνία θεωρούσε ως οικείο την εποχή της γέννησής τους.

Χθες παρακολούθησα μία συζήτηση στο πλαίσιο του project Society Uncensored του Ιδρύματος Ωνάση ανάμεσα σε νέους ανθρώπους ποικίλων καταβολών. Θέμα της ήταν η πολιτισμική ταυτότητα στην ελληνική κοινωνία. Είχε προηγηθεί το περασμένο καλοκαίρι το «9 Αφροέλληνες συζητούν: Τι σημαίνει “δεν μπορώ να αναπνεύσω” στην Ελλάδα» στον απόηχο των διαμαρτυριών για τη δολοφονία του George Floyd. Όπως τότε έτσι και χθες, ο λόγος δόθηκε σε ανθρώπους που συχνά η άποψη και το βίωμά τους είναι αποκλεισμένα, χωρίς να χρειαστεί κανείς να μιλήσει εξ ονόματός τους φορτώνοντας ταυτόχρονα μια προκαθορισμένη ετικέτα (θετική ή αρνητική) που είχε στο μυαλό του.

Στην αρχή της συζήτησης τονίζεται κάτι σημαντικό. Ο πολύ σωστός όρος «Αφροέλληνας», που είχε χρησιμοποιηθεί στον τίτλο της προηγούμενης κουβέντας, έφερε αμηχανία ή αντιθέσεις στα σχόλια και αυτό δείχνει εν μέρει τον τρόπο. Κατά την ορολογία του «Αφροαμερικανός», ο όρος «Αφροέλληνας» είναι συμπεριληπτικός, δηλώνει έναν Έλληνα/-ίδα πολίτη με ρίζες από την Αφρική. Η δυσκολία να προσαρμοστούμε σε αυτόν τον όρο και στη χρήση του είναι απλώς ενδεικτική της αμηχανίας ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας που συχνά καταφεύγει και σε ερωτήσεις χωρίς κανένα τελικά νόημα.

Εσύ από ποια χώρα είσαι;

«Νιώθεις περισσότερο Ελληνίδα ή Πολωνή;» είναι μια ερώτηση με την οποία έρχεται συχνά αντιμέτωπη η 30χρονη Πατρίτσια – Καταρζίνα Μάντρο, ιδιωτική υπάλληλος με ρίζες από την Πολωνία. «Δεν νιώθω ούτε 100% Ελληνίδα ούτε 100% Πολωνίδα. Νιώθω μια μείξη». Η Άντα Τσαουσάι, χρηματοοικονόμος με ρίζες από την Αλβανία συμπληρώνει: «Η ερώτηση που έρχεται συχνά είναι: “Θα πήγαινες ποτέ πίσω να ζήσεις πάλι εκεί”, ενώ δεν έχω ζήσει ποτέ εκεί». Άνθρωποι με δύο ή περισσότερες πατρίδες που για κάποιον λόγο πρέπει να επιλέξουν μεταξύ γονιών και βιωμάτων.

Το ελληνικό κράτος αποφάσισε μετά από πρωτοφανή καθυστέρηση να δώσει στα παιδιά που γεννήθηκαν στην Ελλάδα το δικαίωμα να αυτοαποκαλούνται Έλληνες. Όσο σημαντικό και αν ήταν αυτό το βήμα μένουν πολλά ακόμα για να γίνουν.

Έχουμε συνηθίσει να μιλάμε για το όραμα μιας ανεκτικής κοινωνίας. Όσο καλοπροαίρετα και αν εκφράζεται αυτός ο σκοπός, ίσως είναι καιρός να αντικατασταθεί. Το να λέμε ότι ανεχόμαστε κάποιον προϋποθέτει ότι αυτός είναι φορτικός, ένα βάρος που κάνουμε στην άκρη για κάποιον ανώτερο σκοπό. Οι παραπάνω ερωτήσεις, λοιπόν, που τίθενται στην Άντα και την Πατρίτσια δείχνουν ακόμα μία τάση αναζήτησης και αποδοχής συγκεκριμένων ταυτοτήτων.

Ένα παιδί μεταναστών που γεννήθηκε στην Ελλάδα σίγουρα πρέπει να νιώθει ένα ξεχωριστό βάρος, όταν πρέπει να επιλέξει πατρίδα. Αυτό μπορεί να είναι μακριά από τις σκέψεις και τους τρόπους που ανατραφήκαμε όσοι είμαστε Έλληνες που γεννήθηκαν στην Ελλάδα από Έλληνες γονείς. Μεταξύ των διαφόρων κοινών βιωμάτων -άγνωστων σε εμένα- που αντάλλασσαν οι συνομιλητές και οι συνομιλήτριες κράτησα και το κομμάτι των δικών τους οικογενειών και της επιπλέον πίεσης που δέχονταν από αυτές. Να προσέχουν πώς θα συμπεριφερθούν, να είναι καλά παιδιά γιατί είναι πρέσβεις και πρέσβειρες μιας πατρίδας που σε πολλές περιπτώσεις δε γνώρισαν ποτέ.

Παρακάτω θα βρείτε όλη την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με την ελπίδα τέτοιου τύπου πρωτοβουλίες να πολλαπλασιαστούν. Όση θεωρία και να διαβάσουμε, όσο «ανεκτικοί» και αν θεωρήσουμε ότι είμαστε, ποτέ δε θα καταλάβουμε το βίωμα αυτής της γενιάς. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να σταματήσουμε για λίγο να μιλάμε εμείς και να την ακούσουμε προσεκτικά.

Νίκος Σταματίνης

Πηγή: oneman.gr