Βρετανός ιστορικός και γερμανολόγος που ειδικεύεται στην ιστορία της σύγχρονης Κεντρικής Ευρώπης, με ιδιαίτερη έμφαση στη ναζιστική Γερμανία, το Ολοκαύτωμα και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι συγγραφέας του βιβλίου «First to Fight: The Polish War 1939».

Η 1η Σεπτεμβρίου 1939 είναι η συμβατική ημερομηνία έναρξης του ευρωπαϊκού πολέμου. Λίγα πράγματα, ωστόσο, στη ζωή είναι αδιαπραγμάτευτα. Φυσικά, ένα σχολαστικό άτομο μπορεί να θέλει να επισημάνει ότι οι Βρετανοί και οι Γάλλοι κήρυξαν πόλεμο στη Γερμανία την 3η Σεπτεμβρίου, οπότε η ημερομηνία αυτή έπρεπε να σηματοδοτεί την επέκταση ενός γερμανο-πολωνικού πολέμου σε έναν ευρύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Επίσης, από ευρύτερη άποψη, συχνά υποστηρίζεται ότι ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκίνησε με τον Σινοϊαπωνικό Πόλεμο, ο οποίος ξέσπασε το καλοκαίρι του 1937. Έτσι, όλα είναι μάλλον πιο ρευστά από ό,τι νομίζουμε.

Η Πολωνία το 1939 βρισκόταν σε μία από τις πιο επικίνδυνες θέσεις στον πλανήτη, ανάμεσα σε δύο άπληστα, αδίστακτα, επεκτατικά ολοκληρωτικά καθεστώτα, που και τα δύο ήθελαν να την καταστρέψουν. Η Πολωνία έκανε ό,τι ήταν ευλόγως δυνατό το 1939 για να αποφύγει την επίθεση από τους Γερμανούς. Έμεινε ανυποχώρητη απέναντι στις απειλές και τα αιτήματα των Γερμανών (η περίπτωση της Τσεχοσλοβακίας το προηγούμενο έτος είχε δείξει ότι ο κατευνασμός του Χίτλερ με παραχωρήσεις δεν απέδωσε) και εξασφάλισε ισχυρούς διεθνείς συμμάχους, ώστε να αποτρέψει την επίθεση του Χίτλερ.

Υπήρξαν, βέβαια, κάποιες αστοχίες. Θα μπορούσε κάποιος εύλογα να ισχυριστεί ότι η Πολωνία έπρεπε να εξοπλιστεί πιο αποτελεσματικά ή να επενδύσει περισσότερα στις μηχανοκίνητες δυνάμεις της, αλλά τέτοια έξοδα ήταν ίσως ασήκωτα για την τότε οικονομία της χώρας. Η Πολωνία σίγουρα δεν ήταν η μοναδική χώρα που δεν προέβλεψε την σημασία των τεθωρακισμένων δυνάμεων στην επερχόμενη σύγκρουση. Συνεπώς, είναι μάλλον δύσκολο να συζητάμε τι άλλο θα μπορούσε να είχε κάνει η Πολωνία ώστε να αποφύγει την ήττα τοπ Σεπτέμβριο του 1939. Η Πολωνία έκανε ό,τι ήταν δυνατό, αλλά η θέση της ήταν πολύ δύσκολη.

Η Πολωνία ήταν στόχος του ναζιστικού γερμανικού καθεστώτος για διάφορους λόγους. Ο πρώτος, και σημαντικότερος, ήταν ότι καταλάμβανε εδάφη που επιθυμούσε η Γερμανία. Ένα μέρος των οποίων ήταν η επαρχία του Πόζναν ή η πρώην «Δυτική Πρωσία», η οποία ανήκε στη Γερμανία πριν από το 1918, όπου κατοικούσε και μια γερμανική εθνική μειονότητα. Πέρα από αυτό, η Πολωνία καταλάμβανε επίσης μέρος των εδαφών που είχε ορίσει η Γερμανία ως το μελλοντικό της «Lebensraum» ή «ζωτικό χώρο» – και ήθελε να το κατακτήσει.

Υπήρχαν επίσης φυλετικοί λόγοι -ως Σλάβοι, οι Πολωνοί δεν θεωρούνταν φυλετικά επιθυμητοί από τους Ναζί θεωρητικούς- και, δεδομένου του μεγάλου εβραϊκού πληθυσμού της, η Πολωνία θεωρήθηκε εξ ολοκλήρου Ιουδαϊστική, με πληθυσμό που ήταν πολύ φυλετικά αναμεμειγμένος για να έχει οποιαδήποτε αξία. Έτσι, για τους Ναζί, η καταστροφή της Πολωνίας είχε κίνητρα ιστορικά, εδαφικά, ιδεολογικά και φυλετικά. Για αυτούς τους λόγους η μοίρα της Πολωνίας στην διάρκεια του πολέμου εξελίχθηκε εξαιρετικά τραγικά.

Όλα αυτά, φυσικά, συνέβαλαν στην εξαιρετικά οδυνηρή εμπειρία της Πολωνίας κατά τη διάρκεια του πολέμου, είτε πρόκειται για την Εξέγερση της Βαρσοβίας, είτε για το Ολοκαύτωμα, είτε για την εκστρατεία του 1939. Κατά συνέπεια, σε σύγκριση με άλλες χώρες, η πρόσφατη ιστορία είναι ιδιαίτερα παρούσα στις καθημερινές συζητήσεις των Πολωνών. Κατά κάποιον τρόπο, πρόκειται για μια απόλυτα φυσιολογική αντίδραση. Αν δεν υπήρχε εθνικό τραύμα, δεν θα υπήρχε ανάγκη για συζήτηση.

Στην περίπτωση της Πολωνίας, όμως, πρόκειται για κάτι περισσότερο από αυτό. Κάθε χώρα πρέπει να έχει μια «αξιοποιήσιμη ιστορία», ένα αφήγημα που να εξηγεί το παρελθόν της καθώς και την ταυτότητα του κράτους και του έθνους. Και, στην περίπτωση της Πολωνίας, η ειλικρινής συζήτηση για την πρόσφατη ιστορία, κυρίως για την ιστορία του 20ού αιώνα, μπορούσε να ξεκινήσει μόλις το 1989 όταν δεν την περιόριζε πλέον το κομμουνιστικό «φίμωτρο». Έτσι, οι συζητήσεις αυτές συνεχίζονται ακόμα, το αφήγημα, σε κάποιο βαθμό, γράφεται ακόμα. Εξού και ο μάλλον θερμός και παθιασμένος τόνος στον οποίο συζητείται η ιστορία μερικές φορές.

Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ πιστεύεται πως είπε ότι «Η ιστορία γράφεται από τους νικητές». Και σε μεγάλο βαθμό είχε δίκιο και αποδίδει σωστά το δίλλημα που αντιμετωπίζει η Πολωνία. Στα μεταπολεμικά χρόνια, οι νικητές έγραψαν ουσιαστικά την ιστορία. Οι Βρετανοί, οι Αμερικανοί και οι Σοβιετικοί έγραψαν όλοι τις δικές τους ιστορίες για τον πόλεμο. Επιπλέον η Δύση υιοθέτησε το σοβιετικό αφήγημα ακολουθώντας τους υποστηρικτές της διεθνούς αριστεράς. Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε ειλικρινής εκτίμηση της πολεμικής ιστορίας της Πολωνίας και της συμβολής της στη νίκη των Συμμάχων, ουσιαστικά αποσιωπήθηκε, ενώ ούτε οι εξόριστοι Πολωνοί δεν κατάφεραν να διαπεράσουν το στενό αφήγημα των νικητών. Η πολεμική ιστορία της Πολωνίας μπορούσε να ειπωθεί μόνο στο βαθμό που γινόταν αποδεκτή από το κομμουνιστικό καθεστώς.

Σήμερα, μερικές γενιές μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μπορεί επιτέλους να ειπωθεί μια πιο ειλικρινής άποψη, ενώ η επόμενη γενιά γράφει τη δική της αφήγηση. Στην περίπτωση της Πολωνίας, αυτή η νέα προσέγγιση εκφράζεται με τις ανοιχτές συζητήσεις από τις οποίες προκύπτουν νέα αφηγήματα. Οι λόγοι είναι προφανείς. Πρώτον, οι ιδεολογικές παρωπίδες του κομμουνισμού έχουν αφαιρεθεί, και δεύτερον, ο χρόνος που πέρασε από τον πόλεμο διεύρυνε τον ορίζοντα των γεγονότων. Έτσι λειτουργεί η ιστορία. Κάθε γενιά, σε κάποιο βαθμό, αναθεωρεί τα αφηγήματα της προηγούμενης γενιάς.

Πρέπει να αναρωτηθούμε πόσο μακριά μπορούν να φτάσουν αυτές οι αναθεωρήσεις. Γνωρίζω ότι πολλοί Πολωνοί προβληματίζονται με την τάση, κυρίως στον αγγλοσαξονικό κόσμο, της εναλλακτικής χρήσης των λέξεων «Ναζί» και «Γερμανοί», καθώς φοβούνται ότι μια μέρα ο κόσμος θα αρχίσει να πιστεύει ότι ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκίνησε από αυτούς τους μυστηριώδεις Ναζί και ότι οι Γερμανοί ήταν απλώς τα πρώτα τους θύματα. Αυτός, ωστόσο, δεν είναι ένας φόβος που συμμερίζομαι. Η γερμανική ενοχή για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και το Ολοκαύτωμα είναι δικαίως ριζωμένη στο δυτικό ιστορικό αφήγημα. Κατανοώ απόλυτα γιατί η χρήση της λέξης «Ναζί» τείνει να ενοχλεί μερικούς Πολωνούς, καθώς φαντάζει αθωωτική, λες και οι Ναζί έκαναν όλα τα κακά και οι ίδιοι οι Γερμανοί ήταν αθώοι. Αλλά αυτό προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, από την έλλειψη κατανόησης της γλώσσας με την οποία αφηγείται η ιστορία. Η χρήση της λέξης «Ναζί» ως συνώνυμο της λέξης «Γερμανοί» είναι μια βιαστική συντόμευση, αλλά κανείς δεν ισχυρίζεται σοβαρά ότι οι Ναζί δεν ήταν επίσης Γερμανοί.

Όσον αφορά την πολιτική της λήθης, θα υποστήριζα ότι ένα πιο σοβαρό πρόβλημα βρίσκεται στη σοβιετική ή ρωσική αφήγηση του πολέμου και στον τρόπο με τον οποίο το σημερινό καθεστώς Πούτιν προσπαθεί να ελέγξει την ιστορία για να παρουσιάσει ένα ιστορικό αφήγημα ευνοϊκό για το ίδιο και το οποίο διαγράφει τα σοβιετικά εγκλήματα. Είναι λες και οι ένθερμοι υποστηρικτές του Χίτλερ είναι ακόμη στην εξουσία στη Γερμανία και προσπαθούν να αποκαταστήσουν τη φήμη του πρώην Φύρερ ως μεγάλης πολιτικής προσωπικότητας και ρήτορα.

Η σύγκριση είναι ανεπιτυχής, αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι ούτε η Σοβιετική Ένωση, ούτε η διάδοχός της, η Ρωσία του Πούτιν, μπόρεσαν ποτέ να είναι ειλικρινείς όσον αφορά την πολεμική ιστορία της ΕΣΣΔ. Τα συνεπαγόμενα ψέματα και η συσκότιση που προκαλούν είναι, πιστεύω, πολύ πιο επιβλαβή από ό,τι η βιασύνη μερικών δυτικών δημοσιογράφων και ακαδημαϊκών. Εάν είμαστε συλλογικά πρόθυμοι να υπερασπιστούμε την αλήθεια στην ιστορία, τότε πρέπει να παραμείνουμε σταθεροί στο ιστορικό γεγονός της σοβιετικής εισβολής στην Πολωνία το 1939 ή στο ιστορικό γεγονός της σοβιετικής ενοχής για τη σφαγή του Κατίν. Πιστεύω πως μάλλον εκεί θα έπρεπε να δίνεται η πραγματική μάχη για την ιστορική μνήμη.

Από γεωπολιτική άποψη η Πολωνία αναμφίβολα βρίσκεται σήμερα στην καλύτερη κατάσταση των τελευταίων αιώνων. Οι επαφές της με τους γείτονες εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση – στα ανατολικά η επιθετική και κολλημένη στο παρελθόν Ρωσία και στα δυτικά το μέρος των κρατών – μελών της ΕΕ που συμπεριφέρονται σαν να ήθελαν να ξεχάσουν το παρελθόν. Η Πολωνία δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει αυτήν την πρόκληση.

Roger Moorhouse

Το κείμενο δημοσιεύεται ταυτόχρονα στο μηνιαίο περιοδικό «Wszystko Co Najważniejsze» (Πολωνία) στο πλαίσιο προγράμματος που υλοποιεί το Ινστιτούτο Εθνικής Μνήμης.